ΕΝΕΡΓΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Γιατί δεν πρέπει οι φόβοι να είναι δυνατότεροι από τα όνειρά μας!

Εξωτερική Πολιτική Ιουνίου 14, 2007

energospolitis @ 12:17 μμ

Η εξωτερική πολιτική κάθε σοβαρής χώρας στηρίζεται σε κάποιο στοχαστικά διαμορφωμένο, ιστορικά τεκμηριωμένο και με σαφήνεια διατυπωμένο Δόγμα. Δόγμα διαθέτουν οι περισσότερες χώρες, μικρές ή μεγάλες, το οποίο περιλαμβάνει τους στόχους, τις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιδιώξεις καθώς και τις «κόκκινες γραμμές» της εξωτερικής πολιτικής τους. Στη χώρα μας αντίστοιχο δόγμα δεν υφίσταται. Η εξωτερική πολιτική που ασκείται από την εκάστοτε κυβέρνηση αποτελεί προϊόν συγκυριακών  αποφάσεων, κομματικών σκοπιμοτήτων ή και αυτοσχεδιασμών. Επείγει λοιπόν η συγκρότηση ενός διακομματικού επιστημονικού οργάνου, το οποίο σε σύντομο χρονικό διάστημα θα διατυπώσει το δόγμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, το οποίο θα υπηρετούν με συνέπεια όλες οι κυβερνήσεις και η ελληνική διπλωματία.

Κατά τη γνώμη μας, το δόγμα αυτό οφείλει να συμπεριλαμβάνει τα εξής σημεία: Πρώτον, την αδιαπραγμάτευτη υπεράσπιση των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Δεύτερον, την προστασία των ελληνικών μειονοτήτων στις γειτονικές χώρες. Τρίτον, τη στενή συνεργασία και υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τέταρτον την αξιοποίηση της ευρωπαϊκής φιλοδοξίας των γειτονικών προς την Ελλάδα χωρών, με σκοπό την επίλυση των διμερών διαφορών. Πέμπτον, την έννοια του δημοψηφίσματος για τα μείζονα εθνικά θέματα (π.χ. ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση). Έκτον, την άσκηση πολιτικής, οικονομικής και κυρίως πολιτιστικής επιρροής στις χώρες των Βαλκανίων, της Ανατολικής Ευρώπης, της Υπερκαυκασίας και της Μέσης Ανατολής. Έβδομον, τη δημιουργία συγκεκριμένων μηχανισμών πολιτικής συνεργασίας με την Ομογένεια.

Μερικοί μόνο από τους κύριους τομείς της εξωτερικής πολιτικής είναι δυνατόν να αναφερθούν στο πλαίσιο αυτού του φυλλαδίου:

Σε ό,τι αφορά στους χειρισμούς, η χώρα μας πρέπει να πάψει να δείχνει τον ενδοτισμό που έχει γενικευθεί σε όλα τα προβλήματα που δημιουργούν άλλοι αλλά και τα υπάρχοντα εμπλουτίζουν με νέες παραμέτρους. Η κατάσταση στον τομέα αυτόν, που οφείλεται στην έλλειψη κατευθυντηρίων Αρχών και Στρατηγικής στα βασικά θέματα της εθνικής και διεθνούς πολιτικής, όλο και χειροτερεύει και η κρατούσα πολιτική δεν ασχολείται πλέον με την αποτροπή της επιδείνωσης αυτής αλλά με το να ωραιοποιεί ή να υποβαθμίζει κάθε τέτοια χειροτέρευση στο εσωτερικό της χώρας. Μια πολιτική δηλαδή στρουθοκαμηλισμού, επικίνδυνη και γελοία,  που μας εμφανίζει έναντι των ξένων τους ως τους μόνους ενδοτικούς και τους μόνους στους οποίους μπορούν να ασκηθούν πιέσεις. Πιέσεις που το ξεκίνημά τους οφείλεται όχι στους ξένους αλλά σε εμάς τους ιδίους.

Έτσι στα ευρω-τουρκικά θέματα δεν έπρεπε κατ’ αρχάς να αποδεχθούμε την έναρξη των συνομιλιών Ε.Ε.- Τουρκίας χωρίς να επιμείνουμε στην αρχή της αναγνώρισης των Κρατών-μελών της από την Τουρκία. Αφού αυτό δεν έγινε, η θέση μας πρέπει να είναι απόλυτα συνδεδεμένη πλέον με την ικανότητα της Τουρκίας να ανταποκριθεί στις ευρωπαικές προδιαγραφές. Και όχι να αναλισκόμεθα σε προσπάθειες να ερμηνεύεται κάθε λεπτομέρεια δράσης σαν πρόοδος που επιτρέπει στην γείτονα να συνεχίσει την πορεία της προς την Ευρώπη ενώ παραβιάζει ακόμη και τις θεσμικές της υποχρεώσεις προς την Ε.Ε.

Στο θέμα των Σκοπίων δεν φθάνει να διαμηνύουμε με ανούσιες και χλιαρές και εκ των προτέρων αμελητέες απ’ όλους τους ενδιαφερομένους δηλώσεις σε κάθε νέα πρόκλησή, ότι η ΦΥΡΟΜ προβαίνει σε ενέργειες που «δεν βοηθούν» την ευρωπαική και Νατοική της πορεία. Πρέπει να δηλώσουμε χωρίς καμμία καθυστέρηση ότι χωρίς συμφωνία κοινώς αποδεκτή για την ονομασία της χώρας αυτής, η Ελλάδα όπως έχει θεσμικό δικαίωμα, θα ανακόψει την πορεία της προς το ΝΑΤΟ και προς την Ε.Ε. και ουδέποτε θα αναγνωρίσει, έστω και αν μείνει μόνη χώρα στον κόσμο, τα Σκόπια με το όνομα «Μακεδονία».

Στο Κυπριακό πιστεύουμε ότι η ενδοτική στάση, που προέρχεται κατά μεγάλο μέρος από την ανυπαρξία συγκεκριμένης πολιτικής πρότασης και από τις ξένες πιέσεις, έχουν δημιουργήσει μιάν ατμόσφαιρα όπου το μόνο θέμα πλέον είναι το άνοιγμα των λιμανιών και αερολιμένων της Τουρκίας ή της κατεχόμενης από την Τουρκία Κύπρου, καθώς και το εάν και πότε θα ετοιμασθεί από ξένους παράγοντες  ένα νέο σχέδιο Ανάν, κατά πάσα πιθανότητα χειρότερο του προηγουμένου. Και κατά πόσο θα συμφέρει να απαντήσουν οι Κύπριοι και πάλι «όχι», που θα επιφέρει δήθεν την απομόνωσή τους. Η θέση μας είναι ότι πρέπει να υπάρξει συγκεκριμένη Ελληνική πρόταση με καθορισμένες συνιστώσες για κάθε ειδικότερο θέμα. Και ότι οποιαδήποτε συζήτηση θα ξεκινάει πλέον από την νομιμότητα, από τις αποφάσεις των Η.Ε., από τα ευρωπαικά πρότυπα και το ευρωπαικό κεκτημένο. Δηλαδή: από την εξάλειψη του φαινομένου κατοχής τμήματος κράτους μέλους της Ε.Ε., από την αναγνώρισή της Κύπρου από τα νέα μέλη, από την ανάγκη σεβασμού των δικαιωμάτων των δύο εθνοτήτων της νήσου, από τον αποκλεισμό κάθε απαγόρευσης μετακίνησης μέσα σε Κοινοτικό έδαφος και από την απόδοση της ακίνητης περιουσίας στους νομίμους ιδιοκτήτες. Και φυσικά πρέπει να υπάρξει άμεση σύνδεση οποιασδήποτε λύσης αποφασισθεί με την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής.
Στο θέμα της Κύπρου εκδηλώθηκε μια εκπληκτική ωριμότητα του Λαού, ο οποίος υπερέβη τις ηγεσίες και τις κομματικές γραμμές. Οι πολιτικοί όχι μόνο δεν μπόρεσαν να του αλλάξουν την πίστη αλλά τον έκαναν ακόμη πιο αποφασιστικό και γενναίο. Η περίπτωση της απόρριψης του σχεδίου Ανάν έδειξαν ότι η ψυχή του Εθνους είναι σε θέση, όταν το υπαγορεύει η διαίσθησή και η ασφάλειά του, να υπερβεί τα κομματικά συρματοπλέγματα και την συσκότιση που δημιουργούν τα ΜΜΕ.
Όσοι από τους πολιτικούς  της Ελλάδος και της Κύπρου είχαν προτρέψει με ασφυκτική επιμονή τους ελληνοκυπρίους να ψηφίσουν «Ναι» στο σχέδιο Ανάν και εξακολουθούν να βρίσκονται στο προσκήνιο της πολιτικής, δεν έχουν βρεί το σθένος ακόμη και σήμερα να παραδεχθούν ότι είχαν κάνει λάθος. Και αντί να κάνουν κάτι για να ξεχασθεί τουλάχιστον η ψυχολογική τρομοκρατία που είχαν τότε ασκήσει προς την μεγάλη πλειονότητα των ελλαδιτών και των ελληνοκυπρίων, λέγοντας ότι εάν καταψηφισθεί το σχέδιο θα απομονωθεί διεθνώς η Κύπρος, εξακολουθούν να καταγγέλλουν τον Πρόεδρο της Κύπρου για την πολιτική του. Μια πολιτική που αντί να τον έχει απομονώσει, χαρακτηρίζεται από σθένος, ευφυία  και φαντασία και προχωρεί σταθερά στην δημιουργία νέων διεθνών ερεισμάτων για την Κύπρο. Το αποτέλεσμα είναι η Ελλάδα, με απολιθωμένη φοβική πολιτική, να παίζει στην υπόθεση της Κύπρου τον θλιβερό και υποτελή ουραγό. Πιστεύουμε ότι η ψήφος του ελληνικού λαού επιβάλλεται να επηρεασθεί και θα επηρεασθεί στις επερχόμενες εκλογές από την στάση που οι έλληνες  πολιτικοί τήρησαν κατά την κρίσιμη περίοδο απέναντι στην πλεκτάνη του σχεδίου Ανάν.

 Η δύναμη του απόδημου ελληνισμού έχει εγκαταλειφθεί και χρειάζεται να επαν-ενεργοποιηθεί. Η μέθοδος για κάτι τέτοιο είναι συνεχής ενημέρωση, ενημέρωση όμως για θέσεις σαφείς και ανυποχώρητες με τρόπο που να ενθαρρύνει τους ομογενείς μας να ενεργήσουν προς κάποιο συγκεκριμένο σκοπό. Μέχρι σήμερα, τα τελευταία χρόνια, η ομογένεια και κυρίως η ομογένεια στις Η.Π.Α δεν μπορούσε παρά να ακολουθήσει τις ενδοτικές αλλά και παλινδρομικές συχνά κινήσεις των Ελληνικών Κυβερνήσεων. Γιατί δεν είναι δυνατόν να ζητεί το κέντρο απ’ τους ομογενείς περισσότερα απ’ όσα το ίδιο δηλώνει ότι επιδιώκει.  
Μία άλλη παράμετρος της δύναμης της Ομογένειας είναι η ενότης της. Αυτή δεν βοηθείται από την κομματικοποίηση αλλά από την ενίσχυση των ιδεών που το κέντρο εδώ και χρόνια προσπαθεί να απεμπολήσει, όπως η ιδέα του έθνους, της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας.

Ως προς τις επι μέρους μεθόδους που θα έπρεπε να ακολουθηθούν σημειώνεται ότι χρειάζεται εκδίπλωση όλως των δυνατοτήτων, αξιοποίηση ερεισμάτων και αναζήτηση νέων. Η Ομογένεια, ευαισθητοποιημένη αναλόγως, ως ανωτέρω, θα μπορούσε να δράσει συντεταγμένα πρωτίστως στις εκλογικά κρίσιμες Πολιτείες της Νέας Υόρκης, της Καλλιφόρνιας, της Φλόριδας, της Πενσυλβάνιας, του Οχάιο, του Τέξας. Ούτως ή άλλως ημέτεροι χρηματοδοτούν υποψηφίους Προέδρους και αντιπροσώπους αλλά ασύντακτα και άνευ ανταλλάγματος. Μέχρι τώρα, όπως και στις διακρατικές σχέσεις, ο ελληνισμός θεωρείται «δεδομένος» προσφερόμενος δωρεάν.

Κάτι άλλο που πρέπει να προσεχθεί είναι οι «δεξαμενές σκέψης» των ΗΠΑ όπου σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένα προγραμμα ή ερευνητής ασχολούμενο με την Ελλάδα, παρά μόνο όσοι προωθούν τα συμφέροντα της Τουρκίας εναντίον της Ελλάδος.  

ΗΠΑ – Ισραήλ

Οι σχέσεις με τις ΗΠΑ δεν μπορούν παρά να είναι στενές και φιλικές μέσα μάλιστα και από την συμμαχία που μας συνδέει όχι μόνο μέσα στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο αλλά και σε ιδιαίτερα μακροχρόνια βάση. Πράγματι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της περιοχής μας που υπήρξε πάντα και όχι περιστασιακά σύμμαχος των ΗΠΑ και κατά τους κοινούς αγώνες υπέστη υπέρογκες σχετικά με το μέγεθός της θυσίες. Αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να τονίζεται στους υπερατλαντικούς συμμάχους μας, ιδίως όταν μας ονοματίζουν, όπως έκαναν τελευταία «στρατηγικούς εταίρους», χωρίς συγκεκριμένη διασαφήνιση για το τι εννοούν με τον όρο αυτό και παρά τις ανακόλουθες συχνά κινήσεις της αμερικανικής πολιτικής (βλ. αναγνώριση Σκοπίων με τη συνταγματική τους ονομασία). Οι θυσίες της Ελλάδος για τους συμμαχικούς αγώνες δεν είναι κάτι που πρέπει να αφήσει η χώρα μας λησμονηθεί, μόνο και μόνο επειδή οι αλλαγές των ετών 90’ δημιούργησαν νέες φιλίες στις ΗΠΑ και νέες ισορροπίες σε όλο τον κόσμο.

Ενας τρόπος για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός είναι και η φροντίδα για την κατάλληλη ενημέρωση όχι μόνο των πολιτικών παραγόντων  αλλά και των πανεπιστημιακών κέντρων. Ενημέρωση που μπορεί να γίνεται τόσο με προσωπικές επαφές όσο και με την οργάνωση συγχρόνων επικοινωνιακών μεθόδων (συστηματική ηλεκτρονική αλληλογραφία, διαδίκτυο, εμπλουτισμός ξένων βιβλιοθηκών, ενίσχυση πανεπιστημιακών εδρών ιδιαίτερου ελληνικού ενδιαφέροντος κλπ.) Και βέβαια πρέπει να παρακολουθείται πιο προσεκτικά, από ό,τι γίνεται μέχρι σήμερα, η συγγραφή νεοτεριστικών «ιστορικών» συγγραμμάτων που παραποιούν όχι μόνο την αρχαία ιστορία μας αλλά και την σύγχρονη, με στόχους καθαρά μειώσεως της συμβολής της χώρας μας στα διεθνή πολιτιστικά και πολιτικά δρώμενα.

Επίσης τα θέματα της τρομοκρατίας πρέπει να αποτελούν στοιχείο επαφής και συνεργασίας με την υπερδύναμη όχι όμως με τη μορφή  συμπλεγμάτων ενοχής που ασφαλώς δεν ανήκουν στην χώρα μας.

Όσον αφορά στο Ισραήλ οι σχέσεις της Ελλάδος χαρακτηρίζονται κυρίως από σημαντικές διμερείς διακρατικές συμφωνίες όπως :Στρατιωτικής Συνεργασίας

Οικονομικής, Βιομηχανικής και Τεχνολογικής Συνεργασίας Μορφωτικής, Εκπαιδευτικής και Πολιτιστικής Συνεργασίας, Τουριστικής και Αγροτικής Συνεργασίας. Οι πολιτικές εξ’ άλλου σχέσεις καθορίζονται βασικά από τις Ελληνικές θέσεις επί του Μεσανατολικού, ήτοι: υποστήριξη της ειρηνευτικής διαδικασίας στο πλαίσιο του Οδικού Χάρτη, με στόχο την επίτευξη συμφωνημένης λύσεως στη βάση της αρχής των δύο κρατών και των σχετικών αποφάσεων του Σ.Α./Η.Ε. Επιπλέον η χώρα μας τάσσεται υπέρ της εφαρμογής του σχεδίου απαγκιστρώσεως από τη Λωρίδα της Γάζας και το βόρειο τμήμα της Δ. Όχθης, υπό τις προϋποθέσεις που έθεσε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.  Τέλος, η χώρα μας υποστηρίζει τη συνολική επίλυση του Μεσανατολικού, με τη συμπερίληψη και της συρο-λιβανικής πτυχής του, στο πλαίσιο επίσης των αποφάσεων του Σ.Α./Η.Ε., καθώς και της αρχής “land for peace” της Διάσκεψης της Μαδρίτης. 

Γενικά μπορεί κανείς να πεί ότι ενώ οι θέσεις της χώρας μας απέναντι στο Μεσανατολικό είναι εξ αντικειμένου λογικές, τους λείπει εκείνο το πρόσθετο στοιχείο που τις χαρακτήριζε στο παρελθόν και που είχε άμεση σχέση με το πρόσθετο ενδιαφέρον και την πρωτοβουλία που οφείλει να αναπτύσσει μια χώρα σαν την Ελλάδα με τις μακρόχρονες και φιλικές παραδοσιακές σχέσεις και συμφέροντα στην δύσκολη αυτή γειτονία. Η Δημοκρατική Αναγέννηση έχει σκοπό να αναβιώσει το πρόσθετο αυτό και παραδοσιακό ελληνικό ενδιαφέρον για τα προβλήματα της περιοχής.     

Αραβικός κόσμος
Η χώρα μας οφείλει να εξακολουθήσει να συνεργάζεται φιλικά με τον Αραβικό κόσμο όπως άλλωστε συνεργάσθηκε επί δεκαετίες, άλλοτε πιο δραστήρια και άλλοτε πιο υποτονικά. Η Μέση Ανατολή στην κατάσταση που έχει περιέλθει δεν δίνει περιθώρια για αδιαφορία ούτε εκ μέρους της χώρας μας ούτε εκ μέρους της Ε.Ε. Πιστεύουμε ότι η Ελλάδα πρέπει να δραστηριοποιηθεί ακόμη περισσότερο σε προγράμματα της Ε.Ε. που στοχεύουν σε κοινωνικούς, πολιτικούς και ανθρωπιστικούς τομείς για την βελτίωση της κατάστασης στις χώρες αυτές. Συχνά παρουσιάζεται ένα κενό στις προσπάθειες αυτές από της πλευράς της Ελλάδος, κάτι που οφείλεται στην «υπεραπασχόληση» των αρμοδίων με τα θέματα της Ευρωπαικής συνεργασίας και ολοκλήρωσης. Ποτέ όμως δεν πρέπει να λησμονείται η μακρά παράδοση της συνεργασίας με αυτή την περιοχή που οφείλεται σε ιστορικές και νομοτελειακές αναγκαιότητες.

Ρωσία
Η Δημοκρατική Αναγέννηση πιστεύει ότι τα περιθώρια ανάπτυξης πολιτικών και οικονομικών σχέσεων με την Ρωσία θα δικαιολογούσαν διαφορετικές και ευνοικότερες εξελίξεις από αυτές που έχουν μέχρι σήμερα επιτευχθεί. Εχει κάθε δυνατότητα, λόγω των ιδιαίτερα μακροχρονίων και ποικίλων σχέσεων μας με την Ρωσία αλλά και συμφέρον η χώρα μας να αναπτύξει ευρύτερες σχέσεις. Σχέσεις  οικονομικής συνεργασίας αλλά και πολιτικής μέσα μάλιστα στο πλαίσιο του ρόλου της Ελλάδος στην Ε.Ε. Εξ’ άλλου η παρουσία ελλήνων ομογενών επιχειρηματιών στην Ρωσία θα μπορούσε να βοηθήσει σημαντικά στον σκοπό αυτόν. Σημειώνεται σχετικά ότι, παρά τα διάφορα Συμπόσια και Μικτές Διυπουργικές Επιτροπές που λειτούργησαν τελευταία για τον σκοπό αυτό,  το επίπεδο των διμερών οικονομικών σχέσεων δεν κρίνεται ιδιαίτερα ικανοποιητικό. Η εξέλιξη της υπογραφής, μετά πολλά χρόνια επώδυνου τοκετού, της συμφωνίας για την κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη είναι ενθαρρυντική και ελπίζεται να προχωρήσει γρήγορα η υλοποίησή του και η χώρα μας να επιμείνει σε αυτό άσχετα από τις αναμενόμενες εξωτερικές και εσωτερικές παρεμβολές. Η Δημοκρατική Αναγέννηση πιστεύει ότι η ανάγκη διαφοροποίησης των πηγών προμήθειας ενέργειας της Ελλάδος επιβάλει την ταχύτερη δυνατή κατασκευή του συμφωνηθέντος έργου.

Κίνα

Οι ελληνο-κινεζικές σχέσεις σήμερα χαρακτηρίζονται από μια ασυγχώρητη καθυστέρηση αν όχι και παραλυσία. Η σημασία της τεράστιας αυτής χώρας και σύντομα δεύτερης ή τρίτης οικονομικής δύναμης στον κόσμο δεν έχει ακόμη γίνει συνείδηση στην ελληνική πολιτική ηγεσία. Υπάρχει βεβαίως μια επίφαση σχέσεων καθόσον δεκάδες επίσημες επισκέψεις έχουν γίνει από ελληνικής πλευράς στον ασιατικό αυτό κολοσσό, με μεγαλόσχημες δηλώσεις που, όμως, λησμονούνται αμέσως μετά την επιστροφή των επισήμων στην Αθήνα.

Τα πρακτικά αποτελέσματα των επισκέψεων αυτών είναι περίπου αρνητικά. Οι πολιτικές σχέσεις είναι απόμακρες και άχρωμες με την Ελλάδα βέβαια να υποστηρίζει την αρχή της «μίας Κίνας». Στον οικονομικό όμως τομέα η επιδείνωση των σχέσεων είναι θεαματική καθόσον οι εξαγωγές της Ελλάδας έχουν σημαντικά μειωθεί σχετικά με το παρελθόν (74,6 εκατ. $) ενώ οι κινεζικές προς την Ελλάδα έχουν υπερβεί το ένα δις. $. Τούτο βέβαια δεν αποτελεί αποκλειστικότητα της χώρας μας, αλλά η ο βαθμός της δυσαναλογίας είναι πρωτοφανής.  Η θέση της Δημοκρατικής Αναγέννησης εν προκειμένω είναι ότι χρειάζεται άμεση επικέντρωση του ελληνικού ενδιαφέροντος στη χώρα αυτή με ενίσχυση  της εκεί παρουσίας μας και με τη θεσμοποίηση περισσοτέρων μονίμων εμπορικών αποστολών, όπως έχουν κάνει και άλλες ευρωπαικές χώρες, προς αντιμετώπιση των παθητικών εμπορικών ισοζυγίων τους με την Κίνα. Φυσικά ένας τομέας που πρέπει επίσης να αναπτυχθεί επειγόντως είναι και ο τουριστικός με στόχο να επιτευχθούν απτά αποτελέσματα και όχι απλώς να γίνονται αναγγελίες συμφωνιών που παραμένουν στα χαρτιά.

 

Όσον αφορά στα πολιτιστικά θέματα είναι χαρακτηριστικό της μέχρι τώρα ελληνικής επιπολαιας πολιτικής, ότι, ενώ η Κίνα διατηρεί τρία πανεπιστημιακά τμήματα ελληνικών σπουδών (Παν/μιο Πεκίνου, Παν/μιο Διεθνών Σπουδών Σαγκάης και Πρόγραμμα «Θουκυδίδης» του Πανεπιστημίου Ξένων Γλωσσών του Λαικού Απελευθερωτικού Στρατού της Λουογιάνγκ), η Ελλάδα, παρά τις προσπάθειες διαφόρων ιδιωτικών φορέων, δεν έχει ούτε μία ακόμη Παν/μιακή μονάδα για την διδασκαλία Κινεζικού πολιτισμού και γλώσσας.

 

Η Δημοκρατική Αναγέννηση δηλώνει ότι θα εργασθεί για την ανάπτυξη όλων αυτών των διμερών δραστηριοτήτων με την Κίνα που επί πολλά  χρόνια έχουν παραμεληθεί.

 

Leave a Reply