Χαρακτηρίζουμε την Δημοκρατική Αναγέννηση κόμμα Δημοκρατικό, Προοδευτικό, Πατριωτικό, Κοινωνικό με στόχο την πορεία προς μία κοινωνία αλληλεγγύης, μέσα από την καταπολέμηση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων.
Γι’ αυτό δεν υιοθετούμε τον άκρατο φιλελευθερισμό, που συνεπάγεται «ιδιωτικοποιήσεις για τις ιδιωτικοποιήσεις», την κατεδάφιση του κράτους πρόνοιας, τις μεταρρυθμίσεις που ισοδυναμούν με αρπαγή των δικαιωμάτων της εργασίας, την αδιαφορία για τον τρόπο κατανομής του εισοδήματος / πλούτου και την θεοποίηση του κέρδους. Πιστεύουμε ότι οι χρόνια άλυτες αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας δεν οφείλονται σε έλλειψη αναπτυξιακών δυνατοτήτων αλλά αντίθετα στην εμμονή των εκάστοτε ιθυνόντων να εφαρμόζουν μια αδιέξοδη για την ελληνική πραγματικότητα μακροοικονομική πολιτική. Κι’ αυτό επειδή υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις και αρκετές αποδείξεις ότι, κάτω από ορισμένες συνθήκες και με μικρής έκτασης αποκλίσεις από τις εκάστοτε κοινές προδιαγραφές της ΕΕ, θα ήταν εφικτή η αντιστροφή της αρνητικής πορείας.
Συνεπώς, εμείς θα εξετάσουμε κάθε περίπτωση, χωριστά, και οι ιδιωτικοποιήσεις π.χ. θα γινόντουσαν μόνο ύστερα από μελέτη που θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση θα είναι πιο αποδοτική ως ιδιωτική από όσο ως δημόσια. Δηλαδή, είμαστε κάθετα εναντίον της εκποίησης της δημόσιας περιουσίας, που χαρίζεται στους ιδιώτες, και τη θεωρούμε επιπλέον εγκληματική, ιδίως όταν αυτή αφορά υπηρεσίες κοινής ωφέλειας η/και δημοσίας ή εθνικής ασφάλειας. Άλλωστε η ανάγκη συνεργασίας ιδιωτικού και δημόσιου τομέα απαιτεί τη διατήρηση ορισμένων ευαίσθητων τομέων δραστηριότητος από το κράτος.
Επιβάλλεται ενεργότερη συμμετοχή στην διαμόρφωση των οδηγιών της Ε.Ε. και αντιμετώπιση των με περισσότερο κριτικό πνεύμα μέσα απο την προσπάθεια κατάλληλης προσαρμογής τους στις ειδικές συνθήκες και ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας / κοινωνίας.
Η ανεργία θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με μέτρα όπως : δικαιότερο φορολογικό σύστημα, προσπάθεια συνυπολογισμού της τεράστιας παρα-οικονομικής δραστηριότητας στη χάραξη της οικονομικής πολιτικής, καθιέρωση 35 ωρών εργασίας (χωρίς βέβαια περικοπή των μισθών), πραγματική προσπάθεια για την αποφυγή της φοροδιαφυγής, και ελάφρυνση φορολογικών βαρών στα ανώτερα εισοδηματικά κλιμάκια μόνο για τα πραγματικά επενδυόμενα τμήματα εισοδημάτων.
Καμιά κυβέρνηση σήμερα δεν είναι δυνατόν να θεωρείται ότι νομιμοποιείται όταν δεν εξαντλεί κάθε προσπάθεια προκειμένου να μη μείνει κανένας έλληνας χωρίς εργασία.
Αναφορικά με τις ρυθμίσεις δημόσιου χρέους και ελλειμμάτων θα απαιτήσουμε ίση μεταχείριση με τους εταίρους μας στην Ε.Ε. και δεν θα εξακολουθήσουμε να προσπαθούμε να εμφανιζόμαστε ως ο «καλύτερος μαθητής» της Ε.Ε., σε βάρος του όγκου απασχόλησης και σε βάρος του βιοτικού επιπέδου του λαού.
Θα σταματήσουμε την κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους. Εμείς πιστεύουμε ότι είναι παράλογο να υποστηριχθεί η αδυναμία συνέχισης των παροχών του κοινωνικού κράτους στα πλαίσια του συσσωρευμένου πλούτου του 21ου αιώνα, όταν η ρημαγμένη από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο Ευρώπη ήταν σε θέση να την εξασφαλίσει.
Θα προτείνουμε μέτρα πρακτικά αποβλέποντα προς την ανακοπή αν όχι αντιστροφή της τάσης που υπάρχει σήμερα να γίνουν οι φτωχοί φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι.
Βεβαίως επικροτούμε κάθε κίνηση που ενθαρρύνει το ελεύθερο εμπόριο. Αλλά, αναγκαστικά, μέσα σε κάποια όρια όπως άλλωστε το εφαρμόζουν όλοι οι ευρωπαίοι εταίροι μας. Θα προστατεύσουμε τους παραγωγούς και εμπόρους, από την ανεξέλεγκτη εισβολή των φθηνών ασιατικών προϊόντων, καθώς και από τους πλανόδιους παράνομους εμπόρους. Ελεύθερη αγορά δεν σημαίνει, για μας, και «ασύδοτη αγορά»
Ο ιδιωτικός υπερδανεισμός και οι διαφορές των τραπεζικών επιτοκίων δανεισμού-καταθέσεων δεν απετέλεσε μέχρι τώρα αντικείμενο σοβαρής κοινωνικο-οικονομικής έρευνας, παρόλο που το θέμα αυτό είναι κρισιμότατο για την διαβίωση εκατοντάδων χιλιάδων νοικοκυριών. Γι’ αυτό επιβάλλεται, στην πολιτική ηγεσία να καθορίσει ορισμένες παραμέτρους που να είναι ικανές να μειώσουν τουλάχιστον την τερατώδη έκταση που έχει πάρει η γενικευμένη ιδιωτική υπερχρέωση.
Η ελληνική οικονομία είναι η ευρωπαική οικονομία (από τους 15), εκτός από την Πορτογαλία, με την ανισότερη κατανομή εισοδήματος, που μάλιστα εμφανίζει το παράδοξο ο τρόπος κατανομής της να γίνεται πιο άνισος μετά την επιβολή φορολογίας απ’ ό,τι πριν. Είναι αυτή με την υψηλότερη σχέση εμμέσων προς αμέσους φόρους και η σχέση αυτή εξακολουθεί να ανέρχεται. Είναι επίσης αυτή που χαρακτηρίζεται από την «ευρωστότερη» παραοικονομία και φοροδιαφυγή.
Ο τομέας της δράσης του «κοινωνικού κράτους» έχει τελευταία υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία με τις περιπτώσεις διαφθοράς και καταλήστευσης των αποθεματικών των Ταμείων Ασφάλισης των συνταξιούχων. Επειδή το θέμα αυτό δεν είναι σημερινό αλλά συνεχίζεται εδώ και μία περίπου δεκαετία, σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις δεν έπραξαν το καθήκον των που ήταν να τιμωρήσουν τους υπαιτίους. Γιατί αυτό θα ήταν ενέργεια που θα απέτρεπε την συνέχιση των εξόφθαλμων αυτών κλοπών που αδικούν ίσως την πλέον αδύνατη τάξη του ελληνικού πληθυσμού.
Ακολουθούν μερικές προτάσεις διατυπωμένες συνοπτικά, που προσεγγίζουν πιο συγκεκριμένα τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας.
1. Φορολογική Πολιτική
- Αύξηση του αφορολόγητου ποσού από 12000 ευρώ σε 15000: Αποτέλεσμα αυτής της αύξησης θα είναι η ελάφρυνση των χαμηλότερων εισοδημάτων και η σημαντική μείωση του όγκου των πολιτών που συναλλάσσονται με την εφορία, γεγονός που επιτρέπει στις υπηρεσίες να επικεντρώνουν στους ελέγχους των φυσικών προσώπων με ανώτερα εισοδήματα και στα νομικά πρόσωπα.
- Τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας και των ορίων για τη λήψη επιδομάτων και ενισχύσεων: Είναι απαραίτητο να προσαρμόζεται το ύψος των φορολογικών κλιμάκων, σύμφωνα με το ύψος του πληθωρισμού. Έτσι θα αποφεύγονται στρεβλώσεις στη φορολογία των πολιτών, λόγω της αλλαγής κλίμακας καθώς και φαινόμενα απώλειας επιδομάτων (π.χ. ΕΚΑΣ).
- Αύξηση των φορολογικών κλιμάκων: η αύξηση των φορολογικών κλιμάκων θα επιτρέψει την καλύτερη αναδιανεμητική ικανότητα του φορολογικού συστήματος, στην κατεύθυνση του να αντιστραφεί η πορεία της διεύρυνσης της ανισοκατανομής εισοδήματος που παρατηρείται στη χώρα μας (οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι).
- Δραστική μείωση ή κατάργηση των φόρων υπέρ τρίτων: Οι φόροι υπέρ τρίτων προκαλούν «κρυφές» επιβαρύνσεις στους πολίτες και στις εταιρείες, επιδεινώνουν καθοριστικά το συνολικό φορολογικό βάρος, κοστίζουν δυσανάλογα με την απόδοσή τους (σύμφωνα με μελέτες του υπουργείου Οικονομικών) και δεν έχουν καμία αναδιανεμητική ικανότητα, επιδεινώνοντας την ανισοκατανομή εισοδήματος.
2. Δαπάνες
- Μείωση των επιβλεπόμενων φορέων του Δημοσίου: Η κατάργηση ή συγχώνευση ομοειδών φορέων του Δημοσίου θα επιφέρει μείωση του διοικητικού κόστους, περιορισμό των επικαλύψεων των αρμοδιοτήτων και καλύτερη διαχείριση του προσωπικού των φορέων αυτών.
- Δραστική διαφοροποίηση των ταμειακών ροών του Δημοσίου: η έγκαιρη πληρωμή των προμηθευτών του Δημοσίου θα επιφέρει δραστική μείωση του κόστους προμηθειών. Σήμερα οι υπερκοστολογήσεις εκ μέρους των προμηθευτών, λόγω του ότι το Δημόσιο πληρώνει έως και δύο χρόνια μετά την προμήθεια υπηρεσιών ή προϊόντων, κοστίζουν έως και 40% πάνω από το κανονικό κόστος αυτών των υπηρεσιών ή προϊόντων. Πέραν από τη μείωση των δαπανών του Δημοσίου, θα υπάρξει θετικές επιδράσεις στις συνολικές ροές της οικονομίας, δεδομένου της τεράστιας επίδρασης που έχει η οικονομική δραστηριότητα του Κράτους στο σύνολο της οικονομίας.
- Διαφοροποίηση της διενέργειας των προμηθειών του Δημοσίου: Η χρήση νέων τεχνολογικά μεθόδων, όπως οι ηλεκτρονικές δημοπρασίες μέσω Διαδικτύου, αντιμετωπίζουν καίρια τα φαινόμενα διαφθοράς και συναλλαγής μεταξύ προμηθευτών και Δημοσίου, ενώ η ύπαρξη μιας κεντρικής υπηρεσίας ελέγχου των προδιαγραφών και των διαδικασιών των προμηθειών, μπορεί να αποτρέψει φαινόμενα «στημένων» διαγωνισμών.
3.Επενδύσεις
- Στρατηγικός σχεδιασμός της ελληνικής οικονομίας: Η επιλογή των τομέων της οικονομίας στους οποίους πρέπει να δοθεί έμφαση (π.χ. ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία κ.α.) πρέπει να καθορίσει τις προτεραιότητες για τη χάραξη του σχεδιασμού του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Αυτός ο σχεδιασμός δεν μπορεί να βασίζεται σε πελατειακές σχέσεις με τοπικά συμφέροντα ή με οικονομικούς παράγοντες αλλά σε όρους αποδοτικότητας των διατιθέμενων κονδυλίων.
- Αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας: Είναι απαραίτητή η δημιουργία ενός φορέα διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας, που θα αναλάβει την κεντρική διαχείριση της περιουσίας του κράτους, των ασφαλιστικών ταμείων, των φορέων του Δημοσίου, ίσως και της Εκκλησίας. Βασικό εργαλείο μπορούν να είναι οι Συμβάσεις Δημοσίου-Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), μέσω των οποίων μπορούν να κινητοποιηθούν σχολάζοντες πόροι και να αναληφθούν επενδυτικές πρωτοβουλίες σε τομείς που δεν προσελκύουν το ενδιαφέρον του ιδιωτικού τομέα.
- Χάραξη ενιαίου χωροταξικού σχεδίου: απαραίτητα και αναγκαία συνθήκη για την προσέλκυση επενδύσεων είναι ο καθορισμός των χρήσεων στο σύνολο της χώρας, προληπτικά και εκ μέρους του Κράτους, για να αποφεύγονται οι τεράστιες καθυστερήσεις στην έκδοση αδειών περιβαλλοντικού, αρχαιολογικού ή άλλου ενδιαφέροντος.
- Μείωση της γραφειοκρατίας: Είναι απαραίτητη η μείωση των εγγράφων που είναι απαραίτητα για την ίδρυση μιας επιχείρησης, ενώ πρέπει, όπου τούτο είναι αφικτό, να αναλάβει η Διοίκηση να συλλέγει τα απαραίτητα έγγραφα, αρκούμενη σε μια απλή αίτηση του ενδιαφερόμενου.
- Αντιμετώπιση των κλειστών αγορών (καρτέλ): Η Ελλάδα παρουσιάζει μια σειρά στρεβλώσεων στη δυνατότητα οικονομικής δραστηριοποίησης των ενδιαφερομένων στην πρόσβαση προς τομείς της οικονομίας και στην ύπαρξη κλειστών αγορών, οι οποίες πλήττουν τον υγιή ανταγωνισμό, οδηγούν σε ολιγοπώλια εις βάρος των πολιτών και των εταιρειών.
4. Άλλα ζητήματα
- Μείωση των ασφαλιστικών εισφορών: Η ανάληψη εκ μέρους του Δημοσίου του κόστους για την παροχή των επιδομάτων ανεργίας, των οικογενειακών επιδομάτων και των προνοιακών επιδομάτων των Οργανισμών Εργατικής Εστίας και Εργατικής Κατοικίας επιτρέπει τη μείωση του κόστους εργασίας, προς όφελος των εταιρειών και των εργαζομένων. Είναι παράλογο η προνοιακή πολιτική του Δημοσίου και τα επιδόματα ανεργίας να επιβαρύνουν το κόστος της απασχόλησης.
- Διαχείριση ΔΕΚΟ: Στο πλαίσιο της συνολικής διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας, οι ΔΕΚΟ αποτελούν σημαντικό περιουσιακό στοιχείο που πρέπει να μετατραπούν από οικονομικό βάρος σε προωθητική δύναμη για την ελληνική οικονομία. Ιδίως οι στρατηγικοί τομείς όπως η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες και η αμυντική βιομηχανία μπορούν να έχουν καθοριστικό αναπτυξιακό ρόλο, εφόσον λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, η διαχείρισή τους γίνεται από πεπειραμένα τεχνοκρατικά στελέχη, και όχι από κομματικά γραφεία, στο πλαίσιο προγραμματικών συμφωνιών που θα τηρούνται τόσο από τις διοικήσεις όσο και από το Δημόσιο.
Συμπερασματικά, πιστεύουμε ότι χρειάζεται σοβαρή αλλαγή πορείας στην οικονομία. Απαιτείται εγκατάλειψη, και αυτό θα επιδιώξει η Δημοκρατική Αναγέννηση. των ακροτήτων και επιστροφή σε συνδυασμούς συστημάτων : λιγώτερη φιλελευθεροποίηση και περισσότερη κρατική παρέμβαση, λιγώτερη απελευθέρωση συναλλαγών και επιβολή κάποιων περιορισμών, λιγώτερη υπακοή στα κελεύσματα της Ε.Ε. και περισσότερο προσφυγή σε εθνικές πολιτικές που εξυπηρετούν τις ιδιαιτερότητες της οικονομίας μας.